For Living More⚕️

🚑 Εφημερεύοντα φαρμακεία / Τηλέφωνα Α’ Ανάγκης 🚑

Βρες τις χαμηλότερες τιμές φαρμάκων 💊

 

Επιστημη

Μεταμόσχευση ιστών, οργάνων και κυττάρων

31-5-2020

Όλγα Καλδουρμίδου

Ορισμός

Μεταμόσχευση είναι η ιατρική διαδικασία μεταφοράς υγιών οργάνων από έναν ζωντανό ή νεκρό δότη σε ένα χρόνιο πάσχοντα που νοσεί βαριά και παρουσιάζει ανεπάρκεια λειτουργίας του οργάνου αυτού. Η λήψη μοσχεύματος έχει σκοπό την αντικατάσταση με υγιές μόσχευμα, και αυτό μπορεί να είναι ιστός, όργανο ή κύτταρα. Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, μεταμόσχευση γίνεται όταν παρουσιάζεται ανεπάρκεια λειτουργίας, αλλά μπορεί να γίνει και σε περίπτωση έλλειψης ένος οργάνου από το σώμα. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου ο δότης και ο λήπτης είναι το ίδιο άτομο κι έτσι μιλάμε για αυτομοσχεύματα.

Ιστορικά

Η πρώτη επιτυχημένη μεταμόσχευση οργάνων πραγματοποιήθηκε το 1954 από τον Joseph Murray σε πανομοιότυπα δίδυμα και έτσι δεν παρατηρήθηκε απόρριψη μοσχεύματος. Το πρώτο ανθρώπινο όργανο που μεταμοσχεύτηκε επιτυχώς είναι ο νεφρός, ενώ μεταμοσχεύσεις ήπατος, καρδιάς και παγκρέατος πραγματοποιήθηκαν με επιτυχία μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1960. Οι διαδικασίες μεταμόσχευσης πνευμόνων και εντερικών οργάνων άρχισαν τη δεκαετία του 1980 και συγκεκριμένα το 1986 πραγματοποιήθηκε η πρώτη επιτυχημένη μεταμόσχευση διπλού πνεύμονα.

Τύποι μοσχεύματος

  • Αυτομόσχευμα: Πρόκειται για μόσχευμα που προέρχεται από τον ίδιο τον ασθενή, από ένα σημείο του σώματος σε ένα άλλο.

  • Ισομόσχευμα: Πρόκειται για μόσχευμα που προέρχεται από γενετικώς όμοια άτομα, όπως είναι τα μονοζυγωτικά δίδυμα.

  • Αλλομόσχευμα: Πρόκειται για μόσχευμα που προέρχεται από άτομο του ίδιου είδους, δηλαδή από άνθρωπο σε άνθρωπο, από πίθηκο σε πίθηκο, κτλ.

  • Ξενομόσχευμα: Πρόκειται για μόσχευμα που προέρχεται από άτομο διαφορετικού είδους, όπως από πίθηκο σε άνθρωπο.

Τα αυτομοσχεύματα και τα ισομοσχεύματα έχουν περισσότερες πιθανότητες να γίνουν αποδεκτά από τον λήπτη, αφού η γενετική σύσταση δεν διαφέρει πολύ μεταξύ τους. Από την άλλη, τα αλλομοσχεύματα και τα ξενομοσχεύματα συνήθως απορρίπτονται.

 

Μεταμόσχευση και Συμβατότητα

Η συμβατότητα ιστών ή αλλιώς ιστοσυμβατότητα έχει να κάνει με τον βαθμό ομοιότητας των αλληλομόρφων ενός συνόλου γονιδίων που ονομάζεται Μείζον Σύμπλεγμα Ιστοσυμβατότητας. Ο οργανισμός είναι σε θέση να αναγνωρίζει τον εαυτό του από τους ξένους εισβολείς, επειδή κάθε άτομο εκφράζει πολλές μοναδικές πρωτεΐνες του μείζονος συμπλέγματος ιστοσυμβατότητας, οι οποίες ονομάζονται αντιγόνα ιστοσυμβατότητας. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα η ομοιότητα ή η διαφορά των αντιγόνων αυτών μεταξύ του δότη και του δέκτη να καθορίζει το αν θα ενεργοποιηθεί το ανοσοποιητικό σύστημα, ώστε να απορρίψει το μόσχευμα.

Υπάρχουν δύο γενετικά τεστ που μπορούν να εμφανίσουν τους τύπους των αντιγόνων που έχει ο δέκτης και αυτά είναι η Ορολογική και η Μοριακή Εξακρίβωση (Serological and Molecular Typing), το κάθε ένα με τις δυνατότητες και τις αδυναμίες του. Πιο συγκεκριμένα, η Ορολογική Εξακρίβωση είναι ένα τεστ ικανό να ανιχνεύσει γρήγορα τις κατηγορίες των αντιγόνων που εκφράζονται στα κύτταρα, αλλά όχι τις υποκατηγορίες, ενώ η Μοριακή Εξακρίβωση μπορει να προσδιορίσει με μεγαλύτερη ακρίβεια σπάνια και μοναδικά αλληλόμορφα, αλλά δεν παρέχει πληροφορίες σχετικά με τα επίπεδα έκφρασης τους.

Ο έλεγχος ιστοσυμβατότητας αφορά όχι μόνο τη μεταμόσχευση ιστών, αλλά και ολόκληρων οργάνων ή βλαστικών κυττάρων.

Μεταμόσχευση και Απόρριψη

Η απόρριψη των μεταμοσχευμένων ιστών είναι μια διαδικασία του προσαρμοστικού ανοσοποιητικού συστήματος του δέκτη, το οποίο αναγνωρίζει τα ξένα αντιγόνα ιστοσυμβατότητας που εκφράζονται στο μόσχευμα και κινείται εναντίον τους μέσω διάφορων μηχανισμών. Το προσαρμοστικό ανοσοποιητικό σύστημα χαρακτηρίζεται από εξειδίκευση και μνήμη, έτσι και η απόρριψη μοσχεύματος παρουσιάζει τα ίδια χαρακτηριστικά. Διαφορετικοί τύποι μοσχευμάτων τείνουν να ενεργοποιούν διαφορετικούς μηχανισμούς απόρριψης, όπως είναι το στάδιο ευαισθητοποίησης, οι μοριακοί μηχανισμοί ενεργοποίησης Τ-κυττάρων κ.ά. Παρακάτω αναφέρονται τα κλινικά στάδια της απόρριψης μοσχευμάτων.

  • Υπεροξεία απόρριψη: Η υπεροξεία απόρριψη είναι μια σπάνια επίπτωση με ποσοστό εμφάνισης ~1% των περιπτώσεων και συμβαίνει μέσα σε λίγα λεπτά ή ώρες μετά τη μεταμόσχευση. Προκαλείται από την παρουσία προϋπάρχοντων αντισωμάτων του δέκτη, τα οποία ταιριάζουν με τα ξένα αντιγόνα του δότη. Αυτά τα αντισώματα μπορεί να δημιουργήθηκαν ως αποτέλεσμα προηγούμενων μεταγγίσεων αίματος, προηγούμενων μεταμοσχεύσεων ή πολλαπλών κυήσεων. Η άμεση απόρριψη του μοσχεύματος γίνεται γιατι τα αντισώματα αντιδρούν με κύτταρα στα αιμοφόρα αγγεία του μοσχεύματος, προκαλώντας σχηματισμό θρόμβων, οι οποίοι εμποδίζουν την παροχή αίματος να φθάσει στο μόσχευμα.

  • Οξεία απόρριψη: Η οξεία απόρριψη είναι συχνή σε ποσοστό 50% των περιπτώσεων και συμβαίνει συνήθως εντός έξι μηνών έως ενός έτους μετά τη μεταμόσχεση, ενώ ο μεγαλύτερος κίνδυνος υπάρχει το πρώτο τρίμηνο. Η οξεία απόρριψη προκαλείται από το σχηματισμό αντισωμάτων μετά την ανίχνευση των ξένων αντιγόνων στο μόσχευμα. Ο τρόπος αντιμετώπισης της οξείας απόρριψης είναι η καταστολή του ανοσοποιητικού συστήματος για να αποφευχθεί η απόρριψη και η μόνιμη βλάβη του μοσχεύματος. Για να συμβεί, όμως, κάτι τέτοιο πρέπει να γίνει έγκαιρη διάγνωση της οξείας απόρριψης.

  • Χρόνια απόρριψη: Η χρόνια απόρριψη είναι συχνή σε ποσοστό 50% των περιπτώσεων, εκδηλώνεται ως ουλές του μεταμοσχευμένου ιστού ή οργάνου και συμβαίνει συνήθως εντός 5 έως 10 ετών μετά την υποχώρηση της οξείας απόρριψης. Οι αιτίες της χρόνιας απόρριψης μπορεί να είναι διάφορες, με τα επαναλαμβανόμενα επεισόδια οξείας απόρριψης, τα οποία οδηγούν τελικά σε απόρριψη και αποτυχία της μεταμόσχευσης να επικρατούν. Επίσης, πιθανές λοιμώξεις από παθογόνους παράγοντες ή η τοξικότητα από τη φαρμακευτική αγωγή που δίνεται (ανοσοκατασταλτικά) μπορεί να είναι πιθανές αιτίες της χρόνιας απόρριψης. Μέχρι τώρα δεν έχει βρεθεί θεραπεία για τη χρόνια απόρριψη, παρά μόνο η αφαίρεση του μοσχεύματος και αντικατάσταση με κάποιο άλλο, αλλά γενικά η θεραπεία εξαρτάται από τον τύπο του τραυματισμού και την υποκείμενη αιτιολογία.

Θεραπείες για την απόρριψη του μοσχεύματος

Η πιο διαδεδομένη θεραπεία για την αποφυγή απόρριψης του μοσχεύματος είναι τα ανοσοκατασταλτικά φάρμακα. Οι δοσολογίες εξαρτώνται από το είδος μοσχεύματος, δηλαδή καρδιά, νεφρός, κτλ, που λαμβάνει ο δέκτης, αλλά συνήθως ο γενικός κανόνας είναι υψηλή δοσολογία στην αρχή για να μη συμβεί οξεία απόρριψη και στη συνέχεια συνεχίζεται η ανοσοκαταστολή σε χαμηλότερες δόσεις αρκετές για να μην αντιδράσει ο οργανισμός. Έτσι, οι ασθενείς υποχρεούνται να λαμβάνουν ανοσοκατασταλτικά κάθε μέρα για το υπόλοιπο της ζωής τους, γεγονός που μπορεί να έχει σημαντικό αντίκτυπο στην υγεία και τον τρόπο ζωής τους.

Πιο συγκεκριμένα, τα μειονεκτήματα με τις ανοσοκατασταλτικές θεραπείες είναι η επακόλουθη ανοσοανεπάρκεια, δηλαδή η έλλειψη ανοσοποιητικού συστήματος, η πιθανότατη τοξικότητα των φαρμάκων που επηρεάζουν γενικά τον οργανισμό και η αυξημένη πιθανότητα ανάπτυξης καρκίνου σε σχέση με τους υγιείς ανθρώπους. Η ανοσοανεπάρκεια καθιστά τον οργανισμό αδύναμο σε οποιαδήποτε ξένη εισβολή, όπως βακτήρια ή ιούς, και γι’αυτό είναι απαραίτητο οι άνθρωποι που λαμβάνουν ανοσοκατασταλτικά να προσέχουν ιδιαίτερα τις ασθένειες που κυκλοφορούν, καθώς θα τις περνάνε σε πιο σοβαρό βαθμό σε σύγκριση με τους υπόλοιπους και βέβαια είναι πιο επικίνδυνη η θέση τους. Για τους παραπάνω λόγους γίνονται συνεχώς έρευνες και βελτιώσεις των ανοσοκατασταλτικών φαρμάκων, ώστε να έχουν λιγότερες παρενέργειες και να είναι πιο στοχευμένα προς αποφυγή της γενικής ανοσοκαταστολής.

Κάποιες μελλοντικές θεραπείες που ίσως υπόσχονται πολλά, αλλά μένει να δούμε τα αποτελέσματα τους για να είμαστε εντελώς σίγουροι είναι τα βλαστοκύτταρα και η τρισδιάστατη εκτύπωση (3D printing) που συνδυάζεται με τα βλαστοκύτταρα. Ειδικότερα, τα πολυδύναμα βλαστικά κύτταρα, τα οποία έχουν τη δυνατότητα να διαφοροποιηθούν σε διάφορα είδη κυττάρων, θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν για την ανάπτυξη ιστών και οργάνων. Η κατασκευή ικριωμάτων οργάνων με τη βοήθεια της τρισδιάσταστης εκτύπωσης ιστών και οργάνων είναι μια καινοτόμος ιδέα που χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με την ανάπτυξη βλαστικών κυττάρων γύρω από τα ικριώματα με σκοπό την τεχνιτή δημιουργία του ιστού/οργάνου. Μια τέτοια προσπάθεια θα μείωνε σημαντικά τον κίνδυνο απόρριψης του μοσχεύματος, αφού η βασική ιδέα είναι η χρήση βλαστοκυττάρων του ίδιου του ασθενή. Προς το παρόν, η έρευνα κινείται στην βελτίωση των ήδη υπαρχόντων θεραπειών και του ελέγχου συμβατότητας μεταξύ δότη και δέκτη.

 

Λέξεις-κλειδιά: Μεταμόσχευση, όργανα, ιστοί, δότης, λήπτης, μόσχευμα, ανεπάρκεια, απόρριψη, αυτομόσχευμα, ισομόσχευμα, αλλομόσχευμα, ξενομόσχευμα, συμβατότητα, ανοσοκατασταλτικά

 

Πηγές

1.Choo SY. The HLA System: Genetics, Immunology, Clinical Testing, and Clinical Implications. Yonsei Medical Journal. 2007;48(1):11. doi:10.3349/ymj.2007.48.1.11

2.Transplant Immunology | British Society for Immunology. Immunology.org. https://www.immunology.org/policy-and-public-affairs/briefings-and-position-statements/transplant-immunology. Published 2015. Accessed May 21, 2020.

3.Justiz AA, Waheed A, Mohseni M. Chronic Transplantation Rejection. Nih.gov. https://www.ncbi.nlm.nih.gov/books/NBK535435/. Published June 18, 2019. Accessed May 21, 2020.

4.History – UNOS. UNOS. https://unos.org/transplant/history/. Published 2014. Accessed May 21, 2020.


TrueMed-ForLivingMore

Κοινοποιήστε 

| Επικοινωνία | Η ομάδα μας | Διαφημιστείτε στη truemed.gr|  | Όροι χρήσης | Προσωπικά δεδομένα | Copyright©Truemed | |Για περισσότερη ζωή | Υγειά-διατροφή |
Designed – Developed by Premiumweb.gr

 

ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ 

© 2019 TrueMed Media. All rights reserved. Our website services, content, and products are for informational purposes only. TrueMed Media does not provide medical advice, diagnosis, or treatment.

Επιστημη

Μεταμόσχευση ιστών, οργάνων και κυττάρων

31-5-2020

Όλγα Καλδουρμίδου

Ορισμός

Μεταμόσχευση είναι η ιατρική διαδικασία μεταφοράς υγιών οργάνων από έναν ζωντανό ή νεκρό δότη σε ένα χρόνιο πάσχοντα που νοσεί βαριά και παρουσιάζει ανεπάρκεια λειτουργίας του οργάνου αυτού. Η λήψη μοσχεύματος έχει σκοπό την αντικατάσταση με υγιές μόσχευμα, και αυτό μπορεί να είναι ιστός, όργανο ή κύτταρα. Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, μεταμόσχευση γίνεται όταν παρουσιάζεται ανεπάρκεια λειτουργίας, αλλά μπορεί να γίνει και σε περίπτωση έλλειψης ένος οργάνου από το σώμα. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου ο δότης και ο λήπτης είναι το ίδιο άτομο κι έτσι μιλάμε για αυτομοσχεύματα.

Ιστορικά

Η πρώτη επιτυχημένη μεταμόσχευση οργάνων πραγματοποιήθηκε το 1954 από τον Joseph Murray σε πανομοιότυπα δίδυμα και έτσι δεν παρατηρήθηκε απόρριψη μοσχεύματος. Το πρώτο ανθρώπινο όργανο που μεταμοσχεύτηκε επιτυχώς είναι ο νεφρός, ενώ μεταμοσχεύσεις ήπατος, καρδιάς και παγκρέατος πραγματοποιήθηκαν με επιτυχία μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1960. Οι διαδικασίες μεταμόσχευσης πνευμόνων και εντερικών οργάνων άρχισαν τη δεκαετία του 1980 και συγκεκριμένα το 1986 πραγματοποιήθηκε η πρώτη επιτυχημένη μεταμόσχευση διπλού πνεύμονα.

Τύποι μοσχεύματος

  • Αυτομόσχευμα: Πρόκειται για μόσχευμα που προέρχεται από τον ίδιο τον ασθενή, από ένα σημείο του σώματος σε ένα άλλο.

  • Ισομόσχευμα: Πρόκειται για μόσχευμα που προέρχεται από γενετικώς όμοια άτομα, όπως είναι τα μονοζυγωτικά δίδυμα.

  • Αλλομόσχευμα: Πρόκειται για μόσχευμα που προέρχεται από άτομο του ίδιου είδους, δηλαδή από άνθρωπο σε άνθρωπο, από πίθηκο σε πίθηκο, κτλ.

  • Ξενομόσχευμα: Πρόκειται για μόσχευμα που προέρχεται από άτομο διαφορετικού είδους, όπως από πίθηκο σε άνθρωπο.

Τα αυτομοσχεύματα και τα ισομοσχεύματα έχουν περισσότερες πιθανότητες να γίνουν αποδεκτά από τον λήπτη, αφού η γενετική σύσταση δεν διαφέρει πολύ μεταξύ τους. Από την άλλη, τα αλλομοσχεύματα και τα ξενομοσχεύματα συνήθως απορρίπτονται.

 

Μεταμόσχευση και Συμβατότητα

Η συμβατότητα ιστών ή αλλιώς ιστοσυμβατότητα έχει να κάνει με τον βαθμό ομοιότητας των αλληλομόρφων ενός συνόλου γονιδίων που ονομάζεται Μείζον Σύμπλεγμα Ιστοσυμβατότητας. Ο οργανισμός είναι σε θέση να αναγνωρίζει τον εαυτό του από τους ξένους εισβολείς, επειδή κάθε άτομο εκφράζει πολλές μοναδικές πρωτεΐνες του μείζονος συμπλέγματος ιστοσυμβατότητας, οι οποίες ονομάζονται αντιγόνα ιστοσυμβατότητας. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα η ομοιότητα ή η διαφορά των αντιγόνων αυτών μεταξύ του δότη και του δέκτη να καθορίζει το αν θα ενεργοποιηθεί το ανοσοποιητικό σύστημα, ώστε να απορρίψει το μόσχευμα.

Υπάρχουν δύο γενετικά τεστ που μπορούν να εμφανίσουν τους τύπους των αντιγόνων που έχει ο δέκτης και αυτά είναι η Ορολογική και η Μοριακή Εξακρίβωση (Serological and Molecular Typing), το κάθε ένα με τις δυνατότητες και τις αδυναμίες του. Πιο συγκεκριμένα, η Ορολογική Εξακρίβωση είναι ένα τεστ ικανό να ανιχνεύσει γρήγορα τις κατηγορίες των αντιγόνων που εκφράζονται στα κύτταρα, αλλά όχι τις υποκατηγορίες, ενώ η Μοριακή Εξακρίβωση μπορει να προσδιορίσει με μεγαλύτερη ακρίβεια σπάνια και μοναδικά αλληλόμορφα, αλλά δεν παρέχει πληροφορίες σχετικά με τα επίπεδα έκφρασης τους.

Ο έλεγχος ιστοσυμβατότητας αφορά όχι μόνο τη μεταμόσχευση ιστών, αλλά και ολόκληρων οργάνων ή βλαστικών κυττάρων.

Μεταμόσχευση και Απόρριψη

Η απόρριψη των μεταμοσχευμένων ιστών είναι μια διαδικασία του προσαρμοστικού ανοσοποιητικού συστήματος του δέκτη, το οποίο αναγνωρίζει τα ξένα αντιγόνα ιστοσυμβατότητας που εκφράζονται στο μόσχευμα και κινείται εναντίον τους μέσω διάφορων μηχανισμών. Το προσαρμοστικό ανοσοποιητικό σύστημα χαρακτηρίζεται από εξειδίκευση και μνήμη, έτσι και η απόρριψη μοσχεύματος παρουσιάζει τα ίδια χαρακτηριστικά. Διαφορετικοί τύποι μοσχευμάτων τείνουν να ενεργοποιούν διαφορετικούς μηχανισμούς απόρριψης, όπως είναι το στάδιο ευαισθητοποίησης, οι μοριακοί μηχανισμοί ενεργοποίησης Τ-κυττάρων κ.ά. Παρακάτω αναφέρονται τα κλινικά στάδια της απόρριψης μοσχευμάτων.

  • Υπεροξεία απόρριψη: Η υπεροξεία απόρριψη είναι μια σπάνια επίπτωση με ποσοστό εμφάνισης ~1% των περιπτώσεων και συμβαίνει μέσα σε λίγα λεπτά ή ώρες μετά τη μεταμόσχευση. Προκαλείται από την παρουσία προϋπάρχοντων αντισωμάτων του δέκτη, τα οποία ταιριάζουν με τα ξένα αντιγόνα του δότη. Αυτά τα αντισώματα μπορεί να δημιουργήθηκαν ως αποτέλεσμα προηγούμενων μεταγγίσεων αίματος, προηγούμενων μεταμοσχεύσεων ή πολλαπλών κυήσεων. Η άμεση απόρριψη του μοσχεύματος γίνεται γιατι τα αντισώματα αντιδρούν με κύτταρα στα αιμοφόρα αγγεία του μοσχεύματος, προκαλώντας σχηματισμό θρόμβων, οι οποίοι εμποδίζουν την παροχή αίματος να φθάσει στο μόσχευμα.

  • Οξεία απόρριψη: Η οξεία απόρριψη είναι συχνή σε ποσοστό 50% των περιπτώσεων και συμβαίνει συνήθως εντός έξι μηνών έως ενός έτους μετά τη μεταμόσχεση, ενώ ο μεγαλύτερος κίνδυνος υπάρχει το πρώτο τρίμηνο. Η οξεία απόρριψη προκαλείται από το σχηματισμό αντισωμάτων μετά την ανίχνευση των ξένων αντιγόνων στο μόσχευμα. Ο τρόπος αντιμετώπισης της οξείας απόρριψης είναι η καταστολή του ανοσοποιητικού συστήματος για να αποφευχθεί η απόρριψη και η μόνιμη βλάβη του μοσχεύματος. Για να συμβεί, όμως, κάτι τέτοιο πρέπει να γίνει έγκαιρη διάγνωση της οξείας απόρριψης.

  • Χρόνια απόρριψη: Η χρόνια απόρριψη είναι συχνή σε ποσοστό 50% των περιπτώσεων, εκδηλώνεται ως ουλές του μεταμοσχευμένου ιστού ή οργάνου και συμβαίνει συνήθως εντός 5 έως 10 ετών μετά την υποχώρηση της οξείας απόρριψης. Οι αιτίες της χρόνιας απόρριψης μπορεί να είναι διάφορες, με τα επαναλαμβανόμενα επεισόδια οξείας απόρριψης, τα οποία οδηγούν τελικά σε απόρριψη και αποτυχία της μεταμόσχευσης να επικρατούν. Επίσης, πιθανές λοιμώξεις από παθογόνους παράγοντες ή η τοξικότητα από τη φαρμακευτική αγωγή που δίνεται (ανοσοκατασταλτικά) μπορεί να είναι πιθανές αιτίες της χρόνιας απόρριψης. Μέχρι τώρα δεν έχει βρεθεί θεραπεία για τη χρόνια απόρριψη, παρά μόνο η αφαίρεση του μοσχεύματος και αντικατάσταση με κάποιο άλλο, αλλά γενικά η θεραπεία εξαρτάται από τον τύπο του τραυματισμού και την υποκείμενη αιτιολογία.

Θεραπείες για την απόρριψη του μοσχεύματος

Η πιο διαδεδομένη θεραπεία για την αποφυγή απόρριψης του μοσχεύματος είναι τα ανοσοκατασταλτικά φάρμακα. Οι δοσολογίες εξαρτώνται από το είδος μοσχεύματος, δηλαδή καρδιά, νεφρός, κτλ, που λαμβάνει ο δέκτης, αλλά συνήθως ο γενικός κανόνας είναι υψηλή δοσολογία στην αρχή για να μη συμβεί οξεία απόρριψη και στη συνέχεια συνεχίζεται η ανοσοκαταστολή σε χαμηλότερες δόσεις αρκετές για να μην αντιδράσει ο οργανισμός. Έτσι, οι ασθενείς υποχρεούνται να λαμβάνουν ανοσοκατασταλτικά κάθε μέρα για το υπόλοιπο της ζωής τους, γεγονός που μπορεί να έχει σημαντικό αντίκτυπο στην υγεία και τον τρόπο ζωής τους.

Πιο συγκεκριμένα, τα μειονεκτήματα με τις ανοσοκατασταλτικές θεραπείες είναι η επακόλουθη ανοσοανεπάρκεια, δηλαδή η έλλειψη ανοσοποιητικού συστήματος, η πιθανότατη τοξικότητα των φαρμάκων που επηρεάζουν γενικά τον οργανισμό και η αυξημένη πιθανότητα ανάπτυξης καρκίνου σε σχέση με τους υγιείς ανθρώπους. Η ανοσοανεπάρκεια καθιστά τον οργανισμό αδύναμο σε οποιαδήποτε ξένη εισβολή, όπως βακτήρια ή ιούς, και γι’αυτό είναι απαραίτητο οι άνθρωποι που λαμβάνουν ανοσοκατασταλτικά να προσέχουν ιδιαίτερα τις ασθένειες που κυκλοφορούν, καθώς θα τις περνάνε σε πιο σοβαρό βαθμό σε σύγκριση με τους υπόλοιπους και βέβαια είναι πιο επικίνδυνη η θέση τους. Για τους παραπάνω λόγους γίνονται συνεχώς έρευνες και βελτιώσεις των ανοσοκατασταλτικών φαρμάκων, ώστε να έχουν λιγότερες παρενέργειες και να είναι πιο στοχευμένα προς αποφυγή της γενικής ανοσοκαταστολής.

Κάποιες μελλοντικές θεραπείες που ίσως υπόσχονται πολλά, αλλά μένει να δούμε τα αποτελέσματα τους για να είμαστε εντελώς σίγουροι είναι τα βλαστοκύτταρα και η τρισδιάστατη εκτύπωση (3D printing) που συνδυάζεται με τα βλαστοκύτταρα. Ειδικότερα, τα πολυδύναμα βλαστικά κύτταρα, τα οποία έχουν τη δυνατότητα να διαφοροποιηθούν σε διάφορα είδη κυττάρων, θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν για την ανάπτυξη ιστών και οργάνων. Η κατασκευή ικριωμάτων οργάνων με τη βοήθεια της τρισδιάσταστης εκτύπωσης ιστών και οργάνων είναι μια καινοτόμος ιδέα που χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με την ανάπτυξη βλαστικών κυττάρων γύρω από τα ικριώματα με σκοπό την τεχνιτή δημιουργία του ιστού/οργάνου. Μια τέτοια προσπάθεια θα μείωνε σημαντικά τον κίνδυνο απόρριψης του μοσχεύματος, αφού η βασική ιδέα είναι η χρήση βλαστοκυττάρων του ίδιου του ασθενή. Προς το παρόν, η έρευνα κινείται στην βελτίωση των ήδη υπαρχόντων θεραπειών και του ελέγχου συμβατότητας μεταξύ δότη και δέκτη.

 

Λέξεις-κλειδιά: Μεταμόσχευση, όργανα, ιστοί, δότης, λήπτης, μόσχευμα, ανεπάρκεια, απόρριψη, αυτομόσχευμα, ισομόσχευμα, αλλομόσχευμα, ξενομόσχευμα, συμβατότητα, ανοσοκατασταλτικά

 

Πηγές

1.Choo SY. The HLA System: Genetics, Immunology, Clinical Testing, and Clinical Implications. Yonsei Medical Journal. 2007;48(1):11. doi:10.3349/ymj.2007.48.1.11

2.Transplant Immunology | British Society for Immunology. Immunology.org. https://www.immunology.org/policy-and-public-affairs/briefings-and-position-statements/transplant-immunology. Published 2015. Accessed May 21, 2020.

3.Justiz AA, Waheed A, Mohseni M. Chronic Transplantation Rejection. Nih.gov. https://www.ncbi.nlm.nih.gov/books/NBK535435/. Published June 18, 2019. Accessed May 21, 2020.

4.History – UNOS. UNOS. https://unos.org/transplant/history/. Published 2014. Accessed May 21, 2020.


TrueMed-ForLivingMore

Κοινοποιήστε 

Δες επίσης

 Θεραπεία με βλαστοκύτταρα

 Κυτταρικός Επαναπρογραμματισμός

© 2019 TrueMed Media. All rights reserved. Our website services, content, and products are for informational purposes only. TrueMed Media does not provide medical advice, diagnosis, or treatment.

add_action('wp_head', 'wpb_add_googleanalytics'); function wpb_add_googleanalytics() { ? ?php } ?