Σύνδρομο Ευερέθιστου Εντέρου (IBS) και Διατροφή

10-8-2020

Άννα Μαντά

Η διατροφή κατέχει ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο όχι μόνο στη παθοφυσιολογία του Συνδρόμου του Ευερέθιστου Εντέρου (IBS) αλλά και στη βελτίωση των συμπτωμάτων και της γενικότερης ποιότητας της ζωής του ασθενούς.

Οι επιδράσεις της διατροφής είναι αποτέλεσμα αλληλεπίδρασής της με τη μικροβιακή χλωρίδα του εντέρου και τα εντερικά ενδοκρινικά κύτταρα. Στο IBS παρατηρείται χαμηλή πυκνότητα ενδοκρινικών κυττάρων, γεγονός που προκαλεί τα συμπτώματα στο σύνδρομο. Ο μικρός αριθμός ενδοκρινικών κυττάρων του εντέρου προκαλείται από έλλειψη βλαστικών κυττάρων και χαμηλού βαθμού διαφοροποίηση των βλαστικών σε ενδοκρινικά κύτταρα.

Μία διατροφή χαμηλή σε ολίγο-, δι-, μονοσακχαρίτες και πολυολιγοσακχαρίτες (FODMAP) καθώς και η μεταμόσχευση φυσιολογικής μικροβιακής χλωρίδας από υγιή δότη (FMT) μπορούν να αποκαταστήσουν τη διαταραγμένη μικροβιακή χλωρίδα. Η διατροφή θα πρέπει να διαμορφωθεί με τέτοιο τρόπο ώστε να λειτουργεί πρεβιοτικά επιτρέποντας την ανάπτυξη συγκεκριμένων τύπων βακτηριδίων καθώς πολλές τροφές αποτελούν υπόστρωματα και τροφή για τα ίδια τα βακτήρια, τα οποία παράγουν παραπροϊόντα. Τα τελευταία μπορεί να δράσουν ανασταλτικά μειώνοντας τα βλαστικά και συνεπώς τα ενδοκρινικά κύτταρα του εντέρου.

Στατιστικά

Έχει υπολογιστεί ότι το 12,1% του παγκόσμιου πληθυσμού υποφέρει από (IBS). To κύριο σύμπτωμα του συνδρόμου είναι ο επαναλαμβανόμενος κοιλιακός πόνος που σχετίζεται με αλλαγές στις συνήθεις εντερικές λειτουργίες σύμφωνα με τα κριτήρια Ρώμης IV. Η διάγνωση του IBS βασίζεται στην αξιολόγηση των συμπτωμάτων του ασθενούς σύμφωνα με τα παραπάνω κριτήρια, ενώ με βάση την εξέταση κοπράνων οι ασθενείς διακρίνονται σε:

  • diarrheapredominant (IBSD) (κυριαρχεί η διάρροια σαν βασικό σύμπτωμα σε έξαρση)
  • constipation-predominant (IBS-C) (κυριαρχεί η δυσκοιλιότητα)
  • mixed diarrhea and constipation (IBS-M) (διάρροια και δυσκοιλιότητα)
  • and patients who meet the diagnostic criteria for IBS, but whose bowel habits cannot be accurately categorized (IBS-U) (αδιευκρίνιστου τύπου)

Το IBS συνήθως διαγιγνώσκεται σε νέους ασθενείς αποτελώντας μια νόσο που επηρεάζει τη ποιότητα ζωής τους στον ίδιο βαθμό με χρόνιες ασθένειες όπως ο διαβήτης, ΙΦΝΕ και νεφρική ανεπάρκεια. Συνάμα το σύνδρομο αυτό είναι συχνότερο αίτιο που θα οδηγήσει κάποιον ασθενή να επισκεφθεί το γιατρό σε σχέση με το διαβήτη, την υπέρταση ή το άσθμα.

Οι ασθενείς με IBS διακρίνονται σε δύο υποκατηγορίες: σποραδικοί (μη ειδικοί) και μετά- μεταδοτικοί (PI).

Σποραδικοί χαρακτηρίζονται οι ασθενείς που είχαν εμφανίσει συμπτώματα για μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς αυτά να συνδέονται με συγκεκριμένα γεγονότα.

Μετά-μεταδοτικοί ασθενείς προκύπτουν αφού εμφανίσουν συμπτώματα του IBS μετά από γοαστροεντερίτιδα (6-17%)

Διατροφή

Ασθενείς με IBS αποδίδουν τα συμπτώματα σε συγκεκριμένα τρόφιμα όπως γάλα και γαλακτοκομικά προϊόντα, προϊόντα από σιτάρι, το λάχανο, το κρεμμύδι, μπιζέλια/όσπρια, καυτερά φαγητά, και τηγανητά. Οι θερμιδικές συστάσεις σε αυτούς τους ασθενείς και η ποσότητα πρωτεϊνών, υδατανθράκων και λιπών παραμένουν ίδιες με τις συστάσεις για τους υγιείς. Συχνά παρατηρείται ότι οι ασθενείς με IBS έχουν έλλειψη σε β-καροτίνη, ρετινόλη, ριβοφλαβίνη, ασβέστιο, μαγνήσιο και φώσφορο. Επιπλέον αποφεύγουν συγκεκριμένες τροφές που ανήκουν στις FODMAPs, δηλαδή αυτές που όταν ζυμωθούν δίνουν ως προϊόντα ολίγο-, δί-,μονο- και πολυολίγο- σακχαρίτες.

Παλαιότερα η επίδραση της διατροφής στα συμπτώματα του IBS είχε εξηγηθεί ως έλλειψη ανοχής και δυσαπορρόφησης υδατανθράκων , φυτικών ινών, ωστόσο δεν έχει αποδειχθεί κάποια τέτοια συσχέτιση. Με άλλα λόγια το IBS δεν αναπτύσσεται σε έδαφος προϋπάρχουσας δυσαπορρόφησης ή έλλειψης ανοχής σε κάποια ομάδα τροφών όμως είναι γενικά αποδεκτό ότι η μειωμένη ικάνότητα απορρόφησης υδατανθράκων και φυτικών ινών λειτουργεί ευοδοτικά στην εκδήλωση των συμπτωμάτων του IBS. Η χαμηλή πρόσληψη τροφών της ομάδας FODMAP συμβάλλει σημαντικά στη βελτίωση τόσο των συμπτωμάτων όσο και της ποιότητας της ζωής των ασθενών με IBS. Παρόλα αυτά μόνο το 50-70% των ασθενών απολαμβάνουν τα οφέλη από μια διατροφή χαμηλή σε FODMAP, καθώς πρόκειται για μια ακριβή διατροφή που δεν μπορεί να ακολουθηθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα και το τελικό της αποτέλεσμα είναι η αρνητική αλλαγή στη μικροβιακή χλωρίδα. Ταυτόχρονα μια δίαιτα χαμηλή σε FODMAP μπορεί να οδηγήσει σε ελλείψεις βιταμινών, ιχνοστοιχείων και αντιοξειδωτικών.

Η τροποποιημένη διατροφή του NICE (National Institute for Health and Care Excellence) έχει την ίδια επίδραση με τη χαμηλή σε FODMAP διατροφή χωρίς τα αρνητικά αποτελέσματά της και είναι πιο εύκολο να ακολουθηθεί εφόρου ζωής. Στη διατροφή αυτή οι ασθενείς καλούνται να έχουν συχνά γεύματα, να αντικαταστήσουν τα σιτηρά με όλυρα (τύπου ντίνκελ) προϊόντα, να ελαττώσουν τη πρόσληψη λιπαρών τροφών, κρεμμυδιών, του λάχανου, και των οσπρίων , ενώ παράλληλα να αποφεύγουν τα αναψυκτικά, τα ανθρακούχα ποτά, τις τσίχλες, τα γλυκαντικά που λίγουν σε –όλη και τέλος να καταλώνουν συχνά φυτικές ίνες psyllium husk. Η Βρετανική Ένωση Διατροφολόγων συστήνει τη μείωση του καφέ, των καυτερών φαγητών και του αλκοόλ, απαιτούνται όμως περισσότερες έρευνες για την επιβεβαίωση των συστάσεων.

Η καφεΐνη δεν σχετίζεται άμεσα με τα συμπτώματα του IBS όμως πολλοί ασθενείς υποφέρουν από οισοφαγίτιδα λόγω παλινδρόμησης και έτσι απομακρύνοντας τη καφεΐνη ανακουφίζουν τα συμπτώματα της παλινδρόμησης.

Οι ασθενείς με IBS είναι γνωστό ότι καταναλώνουν λιγότερο αλκοόλ από τον υγιή πληθυσμό και το 12% αυτών αποφεύγει τα οινοπνευματώδη ποτά. Η χρόνια κατανάλωση αλκοόλ επηρεάζει τη κινητικότητα του ΓΕΣ, καταστρέφει τον εντερικό βλεννογόνο, παρεμποδίζοντας την απορρόφηση θρεπτικών και ευνοεί την ανάπτυξη φλεγμονής. Ο μηχανισμός με τον οποίο το αλκοόλ επηρεάζει τη κινητικότητα στο ΓΕΣ στηρίζεται στην αναστολή των οδών του νιτρικού οξέως. Όμως ο τρόπος και ο βαθμός στον οποίο το αλκοόλ επηρεάζει το ΓΕΣ, επιδεινώνοντας τα συμπτώματα του IBS είναι ειδικός για κάθε ασθενή και εξαρτάται από τον ίδιο αν θα πρέπει να περιορίσει τη κατανάλωσή του.

Η καψαϊκίνη είναι το κύριο συστατικό των φαγητών με καυτερές πιπεριές και επιταχύνει τη γαστροεντερική μεταφορά μέσω των TRPV υποδοχέων προκαλώντας κοιλιακό άλγος. Πολλές μελέτες έχουν δείξει ότι το καυτερό φαγητό επάγει την εμφάνιση των συμπτωμάτων του IBS και ειδικά η περιοδική κατανάλωσή του προκαλεί φούσκωμα και κοιλιακά άλγη, ενώ η χρόνια κατανάλωσή του μειώνει το κοιλιακό άλγος/δυσφορία. Αυτό το φαινόμενο οφείλεται στην απευαισθητοποίηση των υποδοχέων TRPV1. Οι ασιάτες καταναλώνουν 2.5-8γρ/ άτομο τσίλι καθημερινά, το οποίο είναι 10-300 φορές υψηλότερο από τη κατανάλωση που γίνεται στην Ευρώπη, γι αυτό και οι ασιάτες ασθενείς με IBS έχουν λιγότερο συχνά κοιλιακά άλγη και αλλαγές στις εντερικές συνήθειες.

Μικροβιακή χλωρίδα

Έχει υπολογιστεί ότι κατοικούν περισσότεροι από 10¹⁴ μικροοργανισμοί στο ανθρώπινο έντερο, σε αυτά αναγνωρίζονται 12 διαφορετικά βακτήριακά γένη, περιλαμβάνουν 2172 είδη. Τα περισσότερα βακτήρια που αποικίζουν το έντερο ανήκουν στα Proteobacteria, Firmicutes, Actinobacteria, και Bacteroidetes phyla. Ωστόσο τα αναερόβια Firmicutes και Bacteroidetes κυριαρχούν στο βακτηριακό πληθυσμό στο έντερο των υγιών ενηλίκων μαζι με κάποια μέλη των Proteobacteria και Actinobacteria phyla. Η χαμηλή πυκνότητα της μικροβιακής χλωρίδας του εντέρου (δυσβίωση) συνδέεται με πολλές ασθένειες.

Η βακτηριακή σύνθεση σε υγιή άτομα καθορίζεται από το γενετικό υλικό (5-10%) και το περιβάλλον (διατροφή, η συχνότητα λήψης αντιβιοτικών, τόπος διαμονής, εγχειρήσεις, κάπνισμα, κατάθληψη)

Η μικροβιακή χλωρίδα των ασθενών με IBS έχει λιγότερα Erysipelotrichaceae και  Ruminococcaceae (βακτήρια που παράγουν βουτυρικό), ενώ ασθενείς IBSC έχουν μεγαλύτερο πληθυσμό  Methanobacterialles (βακτήρια που παράγουν μεθάνιο) και οι ασθενείς με IBSD έχουν λιγότερα Methanobacterialles από τους υγιείς. Επιπλέον οι ασθενείς με IBS παρουσιάζουν αύξηση σε βακτήρια που ανήκουν στα Proteobacteria, Veillonella, και Firmicutes, όπως  Lactobacillus και Ruminococcus, και μείωση στα Bifidobacterium, Faecalibacterium, Erysipelotrichaceae, και μεθανογόνα, συγκριτικά με υγιή άτομα. Γενικά οι ασθενείς με IBS έχουν χαμηλή βακτηριακή πυκνότητα (δυσβίωση), ενώ αυτοί που δεν ανταποκρίνονται σε διατροφή χαμηλή σε FODMAP ή τροποποιημένη του NICE πάσχουν από σοβαρή δυσβίωση.

Οι αλλαγές στην εντερική μικροβιακή χλωρίδα προκαλούν διαταραχή στη κινητικότητα του ΓΕΣ, σπλαχνική υπερευαισθησία, δυσαπορρόφηση και αλλαγές στη συμπεριφορά. Ακόμη μελέτες υποστηρίζουν ότι οι αλλαγές στη μικροβιακή χλωρίδα δεν προκαλούν μόνο συμπτώματα του IBS αλλά και συνοδά ψυχιατρικά συμπτώματα (αλλαγές στη συμπεριφορά, κατάθλιψη)

Ορμόνες εκκρινόμενες από το Έντερο

Το έντερο εκκρίνει από τον εντερικό βλεννογόνο τουλάχιστον 14 διαφορετικές ορμόνες που παράγονται από τα ενδοκρινικά κύτταρα του εντερικού σωλήνα. Τα κύτταρα αυτά εντοπίζονται στο στομάχι, στο ΛΕ και το ΠΕ. Τα ενδοκρινικά κύτταρα του ΓΕΣ έχουν ειδικές προεκβολές που προβάλλουν στον εντερικό αυλό και λειτουργούν σαν αισθητήρες για το περιεχόμενο του αυλού (κυρίως για τα θρεπτικά συστατικά) και απαντούν αυλικά σήματα εκκρίνοντας ορμόνες.

Το είδος των ορμονών που θα εκκριθεί κάθε φορά από τα ενδοκρινικά κύτταρα εξαρτάτα από το περιεχόμενο του αυλού και τη περιεκτικότητα αυτού σε πρωτεϊνες, υδατάνθρακες, λίπη.

Χαρακτηριστικά :

  • περιεχόμενο πλούσιο σε υδατάνθρακες σηματοδοτεί την απελευθέρωση του πεπτιδίου που αναστέλει την έκκριση γαστρικού GIP και εντερογλουκαγόνη,

  • περιεχόμενο πλούσιο σε πρωτεϊνη προκαλεί έκκριση του πεπτιδίου ΥΥ και του νευροπεπτιδίου (PY), μοτιλίνης, γκρελίνη και χολοκυστοκινίνη

  • περιεχόμενο πλούσιο σε λίπη οδηγείσε έκκριση νευροτενσίνης, εντερογλουκαγόνης, γαλανίνης, μοτιλίνης, γκρελίνης και χολοκυστοκινίνης (CCK)

αυτές οι ορμόνες δρουν παρακρινικά ή ενδοκρινικά, αλληλεπιδρώντας τόσο μεταξύ τους όσο και με το εντερικό κσι αυτόνομο νευρικό σύστημα και ελέγχουν πολλές λειτουργίες του ΓΕΣ συμπεριλαμβανόμενων τη σπαλχνική ευαισθησία, τη κινητικότητα, τις εκκρίσεις, την απορρόφηση, το ανοσιακό σύστημα του εντέρου και τη πρόσληψη τροφής.

Αλληλεπίδραση μεταξύ Διατροφής, μικροβιακής χλωρίδας και ενδοκρινικών κυττάρων στον εντερικό σωλήνα ασθενών με ΙΒS

Η τροφή που προσλαμβάνουμε λειτουργεί σαν υπόστρωμα (προβιοτικό) για τα βακτήρια του εντέρου και καθορίζει έτσι και το ιδιαίτερο φορτίο μικροβιακής χλωρίδας μας.

Η μικροβιακή μας χλωρίδα χρησιμοποιεί τα τμήματα της τροφής που δεν έχουν μεταβολισθεί και παράγουν μεθάνιο, αέρια υδρογόνου, λιπαρά οξέα βραχείας αλυσίδας. Οι φρουκτάνες και γαλακτάνες (πολυμερή φρουκτόζης, γαλακτόζης) αποτελούν τροφές για πολλά βακτήρια όπως τα Bifidobacteria και γι΄αυτό μία διατροφή χαμηλή σε FODMAP αλλάζει το μικροβιακό προφίλ του ασθενή με IBS, μειώνοντας τη πυκνότητα των Bifidobacteria.

Τα παράγωγα της μικροβιακής χλωρίδας (αέρια, λιπαρά κλπ) επηρεάζουν τον αριθμό των αρχέγονων κυττάρων του εντερικού σωλήνα και κατά συνέπεια τον αριθμό των ενδοκρινικών κυττάρων, που ρυθμίζουν τη παραγωγή ορμονών.

Οι ασθενείς με IBS πάσχουν από διαταραχή στη κινητικότητα των εντέρων, σπλαχνική υπερευαισθησία και διαταραχή στις εκκρίσεις. Τα προηγούμενα οφείλονται στη μη ομαλή παραγωγή των ορμονών του εντέρου από ενδοκρινικά κύτταρα, τα οποία λειτουργούν καταπληκτικά ως αισθητήρες της σύστασης των τροφών που διέρχονται από τον αυλό του εντέρου.

Η διατροφή συνεπώς είναι ικανή να ρυθμίσει σημαντικά :

  • τη παραγωγή συγκεκριμένων ορμονών από τα ενδοκρινικά κύτταρα

  • τον αριθμό των ενδοκρινικών κυττάρων στο εντερικό τοίχωμα

  • το προφίλ της μικροβιακής χλωρίδας του εντέρου

Συμπέρασμα

Πολλοί τύποι ενδοκρινικών κυττάρων βρίσκονται διάσπαρτοι μεταξύ των επιθηλιακών κυττάρων του εντερικού τοιχώματος και παράγουν τουλάχιστον 14 διαφορετικούς τύπους ορμονών.

Οι ορμόνες αυτές επηρεάζουν τη κινητικότητα, τη γενικότερη υγεία του εντέρου, ενώ η απουσία τους αποτελεί κύρια αιτία για την εκδήλωση του Συνδρόμου του Ευερέθιστου Εντέρου.

Η ανακούφιση των συμπτωμάτων του IBS επέρχεται μέσω αλλαγής στη διατροφή (μείωση των τροφών FODMAP) ή μεταμόσχευσης της μικροβιακής χλωρίδας (FMT).

 

Λέξεις κλειδιά: διατροφή, μεταμόσχευση μικροβιακής χλωρίδας , ενδοκρινικά κύτταρα του εντέρου, μικροβιακή χλωρίδα, IBS

Bιβλιογραφία
https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pmc/articles/PMC6723613/#B159-nutrients-11-01824

https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pmc/articles/PMC3468846/

TrueMed-ForLivingMore

Κοινοποιήστε 

| Επικοινωνία | Η ομάδα μας | Διαφημιστείτε στη truemed.gr|  | Όροι χρήσης | Προσωπικά δεδομένα | Copyright©Truemed | |Για περισσότερη ζωή | Υγειά-διατροφή |
Designed – Developed by Premiumweb.gr

 

ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ 

© 2019 TrueMed Media. All rights reserved. Our website services, content, and products are for informational purposes only. TrueMed Media does not provide medical advice, diagnosis, or treatment.

Σύνδρομο Ευερέθιστου Εντέρου (IBS) και Διατροφή

10-8-2020

Άννα Μαντά

Η διατροφή κατέχει ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο όχι μόνο στη παθοφυσιολογία του Συνδρόμου του Ευερέθιστου Εντέρου (IBS) αλλά και στη βελτίωση των συμπτωμάτων και της γενικότερης ποιότητας της ζωής του ασθενούς.

Οι επιδράσεις της διατροφής είναι αποτέλεσμα αλληλεπίδρασής της με τη μικροβιακή χλωρίδα του εντέρου και τα εντερικά ενδοκρινικά κύτταρα. Στο IBS παρατηρείται χαμηλή πυκνότητα ενδοκρινικών κυττάρων, γεγονός που προκαλεί τα συμπτώματα στο σύνδρομο. Ο μικρός αριθμός ενδοκρινικών κυττάρων του εντέρου προκαλείται από έλλειψη βλαστικών κυττάρων και χαμηλού βαθμού διαφοροποίηση των βλαστικών σε ενδοκρινικά κύτταρα.

Μία διατροφή χαμηλή σε ολίγο-, δι-, μονοσακχαρίτες και πολυολιγοσακχαρίτες (FODMAP) καθώς και η μεταμόσχευση φυσιολογικής μικροβιακής χλωρίδας από υγιή δότη (FMT) μπορούν να αποκαταστήσουν τη διαταραγμένη μικροβιακή χλωρίδα. Η διατροφή θα πρέπει να διαμορφωθεί με τέτοιο τρόπο ώστε να λειτουργεί πρεβιοτικά επιτρέποντας την ανάπτυξη συγκεκριμένων τύπων βακτηριδίων καθώς πολλές τροφές αποτελούν υπόστρωματα και τροφή για τα ίδια τα βακτήρια, τα οποία παράγουν παραπροϊόντα. Τα τελευταία μπορεί να δράσουν ανασταλτικά μειώνοντας τα βλαστικά και συνεπώς τα ενδοκρινικά κύτταρα του εντέρου.

Στατιστικά

Έχει υπολογιστεί ότι το 12,1% του παγκόσμιου πληθυσμού υποφέρει από (IBS). To κύριο σύμπτωμα του συνδρόμου είναι ο επαναλαμβανόμενος κοιλιακός πόνος που σχετίζεται με αλλαγές στις συνήθεις εντερικές λειτουργίες σύμφωνα με τα κριτήρια Ρώμης IV. Η διάγνωση του IBS βασίζεται στην αξιολόγηση των συμπτωμάτων του ασθενούς σύμφωνα με τα παραπάνω κριτήρια, ενώ με βάση την εξέταση κοπράνων οι ασθενείς διακρίνονται σε:

  • diarrheapredominant (IBSD) (κυριαρχεί η διάρροια σαν βασικό σύμπτωμα σε έξαρση)

  • constipation-predominant (IBS-C) (κυριαρχεί η δυσκοιλιότητα)

  • mixed diarrhea and constipation (IBS-M) (διάρροια και δυσκοιλιότητα)

  • and patients who meet the diagnostic criteria for IBS, but whose bowel habits cannot be accurately categorized (IBS-U) (αδιευκρίνιστου τύπου)

Το IBS συνήθως διαγιγνώσκεται σε νέους ασθενείς αποτελώντας μια νόσο που επηρεάζει τη ποιότητα ζωής τους στον ίδιο βαθμό με χρόνιες ασθένειες όπως ο διαβήτης, ΙΦΝΕ και νεφρική ανεπάρκεια. Συνάμα το σύνδρομο αυτό είναι συχνότερο αίτιο που θα οδηγήσει κάποιον ασθενή να επισκεφθεί το γιατρό σε σχέση με το διαβήτη, την υπέρταση ή το άσθμα.

Οι ασθενείς με IBS διακρίνονται σε δύο υποκατηγορίες: σποραδικοί (μη ειδικοί) και μετά- μεταδοτικοί (PI).

Σποραδικοί χαρακτηρίζονται οι ασθενείς που είχαν εμφανίσει συμπτώματα για μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς αυτά να συνδέονται με συγκεκριμένα γεγονότα.

Μετά-μεταδοτικοί ασθενείς προκύπτουν αφού εμφανίσουν συμπτώματα του IBS μετά από γοαστροεντερίτιδα (6-17%)

Διατροφή

Ασθενείς με IBS αποδίδουν τα συμπτώματα σε συγκεκριμένα τρόφιμα όπως γάλα και γαλακτοκομικά προϊόντα, προϊόντα από σιτάρι, το λάχανο, το κρεμμύδι, μπιζέλια/όσπρια, καυτερά φαγητά, και τηγανητά. Οι θερμιδικές συστάσεις σε αυτούς τους ασθενείς και η ποσότητα πρωτεϊνών, υδατανθράκων και λιπών παραμένουν ίδιες με τις συστάσεις για τους υγιείς. Συχνά παρατηρείται ότι οι ασθενείς με IBS έχουν έλλειψη σε β-καροτίνη, ρετινόλη, ριβοφλαβίνη, ασβέστιο, μαγνήσιο και φώσφορο. Επιπλέον αποφεύγουν συγκεκριμένες τροφές που ανήκουν στις FODMAPs, δηλαδή αυτές που όταν ζυμωθούν δίνουν ως προϊόντα ολίγο-, δί-,μονο- και πολυολίγο- σακχαρίτες.

Παλαιότερα η επίδραση της διατροφής στα συμπτώματα του IBS είχε εξηγηθεί ως έλλειψη ανοχής και δυσαπορρόφησης υδατανθράκων , φυτικών ινών, ωστόσο δεν έχει αποδειχθεί κάποια τέτοια συσχέτιση. Με άλλα λόγια το IBS δεν αναπτύσσεται σε έδαφος προϋπάρχουσας δυσαπορρόφησης ή έλλειψης ανοχής σε κάποια ομάδα τροφών όμως είναι γενικά αποδεκτό ότι η μειωμένη ικάνότητα απορρόφησης υδατανθράκων και φυτικών ινών λειτουργεί ευοδοτικά στην εκδήλωση των συμπτωμάτων του IBS. Η χαμηλή πρόσληψη τροφών της ομάδας FODMAP συμβάλλει σημαντικά στη βελτίωση τόσο των συμπτωμάτων όσο και της ποιότητας της ζωής των ασθενών με IBS. Παρόλα αυτά μόνο το 50-70% των ασθενών απολαμβάνουν τα οφέλη από μια διατροφή χαμηλή σε FODMAP, καθώς πρόκειται για μια ακριβή διατροφή που δεν μπορεί να ακολουθηθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα και το τελικό της αποτέλεσμα είναι η αρνητική αλλαγή στη μικροβιακή χλωρίδα. Ταυτόχρονα μια δίαιτα χαμηλή σε FODMAP μπορεί να οδηγήσει σε ελλείψεις βιταμινών, ιχνοστοιχείων και αντιοξειδωτικών.

Η τροποποιημένη διατροφή του NICE (National Institute for Health and Care Excellence) έχει την ίδια επίδραση με τη χαμηλή σε FODMAP διατροφή χωρίς τα αρνητικά αποτελέσματά της και είναι πιο εύκολο να ακολουθηθεί εφόρου ζωής. Στη διατροφή αυτή οι ασθενείς καλούνται να έχουν συχνά γεύματα, να αντικαταστήσουν τα σιτηρά με όλυρα (τύπου ντίνκελ) προϊόντα, να ελαττώσουν τη πρόσληψη λιπαρών τροφών, κρεμμυδιών, του λάχανου, και των οσπρίων , ενώ παράλληλα να αποφεύγουν τα αναψυκτικά, τα ανθρακούχα ποτά, τις τσίχλες, τα γλυκαντικά που λίγουν σε –όλη και τέλος να καταλώνουν συχνά φυτικές ίνες psyllium husk. Η Βρετανική Ένωση Διατροφολόγων συστήνει τη μείωση του καφέ, των καυτερών φαγητών και του αλκοόλ, απαιτούνται όμως περισσότερες έρευνες για την επιβεβαίωση των συστάσεων.

Η καφεΐνη δεν σχετίζεται άμεσα με τα συμπτώματα του IBS όμως πολλοί ασθενείς υποφέρουν από οισοφαγίτιδα λόγω παλινδρόμησης και έτσι απομακρύνοντας τη καφεΐνη ανακουφίζουν τα συμπτώματα της παλινδρόμησης.

Οι ασθενείς με IBS είναι γνωστό ότι καταναλώνουν λιγότερο αλκοόλ από τον υγιή πληθυσμό και το 12% αυτών αποφεύγει τα οινοπνευματώδη ποτά. Η χρόνια κατανάλωση αλκοόλ επηρεάζει τη κινητικότητα του ΓΕΣ, καταστρέφει τον εντερικό βλεννογόνο, παρεμποδίζοντας την απορρόφηση θρεπτικών και ευνοεί την ανάπτυξη φλεγμονής. Ο μηχανισμός με τον οποίο το αλκοόλ επηρεάζει τη κινητικότητα στο ΓΕΣ στηρίζεται στην αναστολή των οδών του νιτρικού οξέως. Όμως ο τρόπος και ο βαθμός στον οποίο το αλκοόλ επηρεάζει το ΓΕΣ, επιδεινώνοντας τα συμπτώματα του IBS είναι ειδικός για κάθε ασθενή και εξαρτάται από τον ίδιο αν θα πρέπει να περιορίσει τη κατανάλωσή του.

Η καψαϊκίνη είναι το κύριο συστατικό των φαγητών με καυτερές πιπεριές και επιταχύνει τη γαστροεντερική μεταφορά μέσω των TRPV υποδοχέων προκαλώντας κοιλιακό άλγος. Πολλές μελέτες έχουν δείξει ότι το καυτερό φαγητό επάγει την εμφάνιση των συμπτωμάτων του IBS και ειδικά η περιοδική κατανάλωσή του προκαλεί φούσκωμα και κοιλιακά άλγη, ενώ η χρόνια κατανάλωσή του μειώνει το κοιλιακό άλγος/δυσφορία. Αυτό το φαινόμενο οφείλεται στην απευαισθητοποίηση των υποδοχέων TRPV1. Οι ασιάτες καταναλώνουν 2.5-8γρ/ άτομο τσίλι καθημερινά, το οποίο είναι 10-300 φορές υψηλότερο από τη κατανάλωση που γίνεται στην Ευρώπη, γι αυτό και οι ασιάτες ασθενείς με IBS έχουν λιγότερο συχνά κοιλιακά άλγη και αλλαγές στις εντερικές συνήθειες.

Μικροβιακή χλωρίδα

Έχει υπολογιστεί ότι κατοικούν περισσότεροι από 10¹⁴ μικροοργανισμοί στο ανθρώπινο έντερο, σε αυτά αναγνωρίζονται 12 διαφορετικά βακτήριακά γένη, περιλαμβάνουν 2172 είδη. Τα περισσότερα βακτήρια που αποικίζουν το έντερο ανήκουν στα Proteobacteria, Firmicutes, Actinobacteria, και Bacteroidetes phyla. Ωστόσο τα αναερόβια Firmicutes και Bacteroidetes κυριαρχούν στο βακτηριακό πληθυσμό στο έντερο των υγιών ενηλίκων μαζι με κάποια μέλη των Proteobacteria και Actinobacteria phyla. Η χαμηλή πυκνότητα της μικροβιακής χλωρίδας του εντέρου (δυσβίωση) συνδέεται με πολλές ασθένειες.

Η βακτηριακή σύνθεση σε υγιή άτομα καθορίζεται από το γενετικό υλικό (5-10%) και το περιβάλλον (διατροφή, η συχνότητα λήψης αντιβιοτικών, τόπος διαμονής, εγχειρήσεις, κάπνισμα, κατάθληψη)

Η μικροβιακή χλωρίδα των ασθενών με IBS έχει λιγότερα Erysipelotrichaceae και  Ruminococcaceae (βακτήρια που παράγουν βουτυρικό), ενώ ασθενείς IBSC έχουν μεγαλύτερο πληθυσμό  Methanobacterialles (βακτήρια που παράγουν μεθάνιο) και οι ασθενείς με IBSD έχουν λιγότερα Methanobacterialles από τους υγιείς. Επιπλέον οι ασθενείς με IBS παρουσιάζουν αύξηση σε βακτήρια που ανήκουν στα Proteobacteria, Veillonella, και Firmicutes, όπως  Lactobacillus και Ruminococcus, και μείωση στα Bifidobacterium, Faecalibacterium, Erysipelotrichaceae, και μεθανογόνα, συγκριτικά με υγιή άτομα. Γενικά οι ασθενείς με IBS έχουν χαμηλή βακτηριακή πυκνότητα (δυσβίωση), ενώ αυτοί που δεν ανταποκρίνονται σε διατροφή χαμηλή σε FODMAP ή τροποποιημένη του NICE πάσχουν από σοβαρή δυσβίωση.

Οι αλλαγές στην εντερική μικροβιακή χλωρίδα προκαλούν διαταραχή στη κινητικότητα του ΓΕΣ, σπλαχνική υπερευαισθησία, δυσαπορρόφηση και αλλαγές στη συμπεριφορά. Ακόμη μελέτες υποστηρίζουν ότι οι αλλαγές στη μικροβιακή χλωρίδα δεν προκαλούν μόνο συμπτώματα του IBS αλλά και συνοδά ψυχιατρικά συμπτώματα (αλλαγές στη συμπεριφορά, κατάθλιψη)

Ορμόνες εκκρινόμενες από το Έντερο

Το έντερο εκκρίνει από τον εντερικό βλεννογόνο τουλάχιστον 14 διαφορετικές ορμόνες που παράγονται από τα ενδοκρινικά κύτταρα του εντερικού σωλήνα. Τα κύτταρα αυτά εντοπίζονται στο στομάχι, στο ΛΕ και το ΠΕ. Τα ενδοκρινικά κύτταρα του ΓΕΣ έχουν ειδικές προεκβολές που προβάλλουν στον εντερικό αυλό και λειτουργούν σαν αισθητήρες για το περιεχόμενο του αυλού (κυρίως για τα θρεπτικά συστατικά) και απαντούν αυλικά σήματα εκκρίνοντας ορμόνες.

Το είδος των ορμονών που θα εκκριθεί κάθε φορά από τα ενδοκρινικά κύτταρα εξαρτάτα από το περιεχόμενο του αυλού και τη περιεκτικότητα αυτού σε πρωτεϊνες, υδατάνθρακες, λίπη.

Χαρακτηριστικά :

  • περιεχόμενο πλούσιο σε υδατάνθρακες σηματοδοτεί την απελευθέρωση του πεπτιδίου που αναστέλει την έκκριση γαστρικού GIP και εντερογλουκαγόνη,

  • περιεχόμενο πλούσιο σε πρωτεϊνη προκαλεί έκκριση του πεπτιδίου ΥΥ και του νευροπεπτιδίου (PY), μοτιλίνης, γκρελίνη και χολοκυστοκινίνη

  • περιεχόμενο πλούσιο σε λίπη οδηγείσε έκκριση νευροτενσίνης, εντερογλουκαγόνης, γαλανίνης, μοτιλίνης, γκρελίνης και χολοκυστοκινίνης (CCK)

αυτές οι ορμόνες δρουν παρακρινικά ή ενδοκρινικά, αλληλεπιδρώντας τόσο μεταξύ τους όσο και με το εντερικό κσι αυτόνομο νευρικό σύστημα και ελέγχουν πολλές λειτουργίες του ΓΕΣ συμπεριλαμβανόμενων τη σπαλχνική ευαισθησία, τη κινητικότητα, τις εκκρίσεις, την απορρόφηση, το ανοσιακό σύστημα του εντέρου και τη πρόσληψη τροφής.

Αλληλεπίδραση μεταξύ Διατροφής, μικροβιακής χλωρίδας και ενδοκρινικών κυττάρων στον εντερικό σωλήνα ασθενών με ΙΒS

Η τροφή που προσλαμβάνουμε λειτουργεί σαν υπόστρωμα (προβιοτικό) για τα βακτήρια του εντέρου και καθορίζει έτσι και το ιδιαίτερο φορτίο μικροβιακής χλωρίδας μας.

Η μικροβιακή μας χλωρίδα χρησιμοποιεί τα τμήματα της τροφής που δεν έχουν μεταβολισθεί και παράγουν μεθάνιο, αέρια υδρογόνου, λιπαρά οξέα βραχείας αλυσίδας. Οι φρουκτάνες και γαλακτάνες (πολυμερή φρουκτόζης, γαλακτόζης) αποτελούν τροφές για πολλά βακτήρια όπως τα Bifidobacteria και γι΄αυτό μία διατροφή χαμηλή σε FODMAP αλλάζει το μικροβιακό προφίλ του ασθενή με IBS, μειώνοντας τη πυκνότητα των Bifidobacteria.

Τα παράγωγα της μικροβιακής χλωρίδας (αέρια, λιπαρά κλπ) επηρεάζουν τον αριθμό των αρχέγονων κυττάρων του εντερικού σωλήνα και κατά συνέπεια τον αριθμό των ενδοκρινικών κυττάρων, που ρυθμίζουν τη παραγωγή ορμονών.

Οι ασθενείς με IBS πάσχουν από διαταραχή στη κινητικότητα των εντέρων, σπλαχνική υπερευαισθησία και διαταραχή στις εκκρίσεις. Τα προηγούμενα οφείλονται στη μη ομαλή παραγωγή των ορμονών του εντέρου από ενδοκρινικά κύτταρα, τα οποία λειτουργούν καταπληκτικά ως αισθητήρες της σύστασης των τροφών που διέρχονται από τον αυλό του εντέρου.

Η διατροφή συνεπώς είναι ικανή να ρυθμίσει σημαντικά :

  • τη παραγωγή συγκεκριμένων ορμονών από τα ενδοκρινικά κύτταρα

  • τον αριθμό των ενδοκρινικών κυττάρων στο εντερικό τοίχωμα

  • το προφίλ της μικροβιακής χλωρίδας του εντέρου

Συμπέρασμα

Πολλοί τύποι ενδοκρινικών κυττάρων βρίσκονται διάσπαρτοι μεταξύ των επιθηλιακών κυττάρων του εντερικού τοιχώματος και παράγουν τουλάχιστον 14 διαφορετικούς τύπους ορμονών.

Οι ορμόνες αυτές επηρεάζουν τη κινητικότητα, τη γενικότερη υγεία του εντέρου, ενώ η απουσία τους αποτελεί κύρια αιτία για την εκδήλωση του Συνδρόμου του Ευερέθιστου Εντέρου.

Η ανακούφιση των συμπτωμάτων του IBS επέρχεται μέσω αλλαγής στη διατροφή (μείωση των τροφών FODMAP) ή μεταμόσχευσης της μικροβιακής χλωρίδας (FMT).

 

Λέξεις κλειδιά: διατροφή, μεταμόσχευση μικροβιακής χλωρίδας , ενδοκρινικά κύτταρα του εντέρου, μικροβιακή χλωρίδα, IBS

Bιβλιογραφία
https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pmc/articles/PMC6723613/#B159-nutrients-11-01824

https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pmc/articles/PMC3468846/

TrueMed-ForLivingMore

Κοινοποιήστε 

© 2019 TrueMed Media. All rights reserved. Our website services, content, and products are for informational purposes only. TrueMed Media does not provide medical advice, diagnosis, or treatment.